Η Μαρτινιστική Παράδοση

Ας θυμηθούμε, μαζί με τον Robert Amadou, τι καλύπτει ο όρος «μαρτινισμός», ο οποίος, «εντός των διαφόρων δοξασιών μύησης, φώτισης, (…) ανήκει στο είδος του χριστιανικού εσωτερισμού, δηλαδή του ιουδαιοχριστιανικού» (Robert Amadou, «Martinisme», 2η αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση, CIREM, 1997).

Πρώτα απ’ όλα, πρόκειται για την Αρχέγονη Λατρεία του Τάγματος των Τεκτόνων Ιπποτών Εκλεκτών Ιερέων του Σύμπαντος, που ιδρύθηκε από τον Martinez de Pasqually (1710–1774), του οποίου ο Louis-Claude de Saint-Martin ήταν γραμματέας και αναμφίβολα ο καλύτερος μαθητής.

Είναι η Θεοσοφία του Louis-Claude de Saint-Martin (1743–1803), στο σταυροδρόμι δύο θεμελιωδών εμπειριών· της εμπειρίας ενός Réau-Croix που πραγματοποίησε με επιτυχία όλες τις λειτουργίες των Κοέν και της μυστικής εμπειρίας με το έργο του Jacob Boehme, το οποίο και μετέφρασε. Ο Jacob Boehme, ο οποίος συχνά περιγράφεται ως μυστικιστής, ήταν επίσης ένας υψηλού επιπέδου ερμητικός λειτουργός.

Πρόκειται επίσης, για το τεκτονικό σύστημα του Ανορθωμένου Σκωτικού Καθεστώτος που ίδρυσε ο Jean-Baptiste Willermoz (1730–1824) υπό τον Τύπο της Αυστηρής Ναϊτικής Τήρησης, εμποτισμένο με τη δοξασία περί Αποκατάστασης του Martinez de Pasqually. Οι βαθμοί του Ομολογητή και Μέγα Ομολογητή, το επιστέγασμα αυτού του συστήματος, αποτελούν σύνθεση της δοξασίας που μεταδίδεται από την Αρχέγονη Λατρεία.

Τέλος, είναι το Μαρτινιστικό Τάγμα και οι πολυάριθμοι κλάδοι του, το οποίο ιδρύθηκε το 1887 από τον Papus (1865–1916). Σήμερα, το σύνολο των Μαρτινιστικών Ταγμάτων αποτελούν ένα ζωντανό κίνημα με μεγάλη επιρροή που ενσαρκώνει τις αρχές και τα σύμβολα του Ιλλουμινισμού.

Ο Μαρτινισμός «του Louis-Claude de Saint-Martin» προτείνει μία ευθεία ατραπό, μια άμεση πρόσβαση στην τέλεια γνώση, στη Γνώση, χωρίς άλλο ενδιάμεσο εκτός από τη Σιγή, η οποία μεταμορφώνει τον μυημένο σε έναν άλλο Χριστό, έναν Νέο Άνθρωπο. Όχι μια θρησκευτική γνώση που δεσμεύει, αλλά μια Γνώση που αποδεσμεύει, που απελευθερώνει.

Αυτή η Γνώση η οποία εγγράφεται στον Εαυτό, αλλά δεν περιορίζεται στον Εαυτό, μπορεί να παραβιάσει έναν ψυχοδιανοητικό μηχανισμό απροετοίμαστο για αυτή την έσχατη εμπειρία, η οποία είναι ένας θάνατος για τον κόσμο και ένας θάνατος του νοητού κόσμου. Οι παραδόσεις βοηθούν στην πρόσληψη αυτής της εμπειρίας, η οποία είναι ουσιαστική μάλλον παρά υπαρξιακή, καθώς και στην αφομοίωση και στη σοφή προσαρμογή της εντός της ύπαρξης.

Κατά το κλασικό τρόπο, και ακολουθώντας το παράδειγμα των μεγάλων παραδοσιακών ρευμάτων, ο Μαρτινισμός, και ευρύτερα ο Ιλλουμινισμός, θεωρεί τη Γνώση ως σύνολο κατανοήσεων το οποίο μπορεί να μεταδοθεί εντός της παροδικότητας, τόσο μέσω διδασκαλιών όσο και μέσω πρακτικών.

Η διδασκαλία οργανώνεται γύρω από αρχές προερχόμενες από μια αποκάλυψη που θεωρείται θεϊκής προέλευσης και για την οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, αν και προέρχεται από την εμπειρία του Είναι, χρωματίζεται ανάλογα με τη γλώσσα και τον πολιτισμό εκείνων που ισχυρίζονται ότι τη μεταδίδουν. Υπάρχει λοιπόν μια προοδευτική, σταδιακή και σε καθορισμένη χρονική σειρά βαθμιαία μετάδοση, η οποία περνά μέσα από τα μυστήρια, τις τελετουργίες, τις τέχνες και τα σύμβολα· για τα οποία ο Jacob Boehme μάς λέει ότι είναι «Η Σφραγίδα των Πραγμάτων».